ENFRAME | PHOTOGRAPHY

3 πασίγνωστες μυρωδιές που δεν ξέρεις που οφείλονται!

«Λένε» πως ο καθένας κρίνει και ταξινομεί τα καινούργια ερεθίσματα σύμφωνα με παλιές του εμπειρίες και μνήμες: μπρος στη μυρωδιά του καμένου λάστιχου και ο Michael Schumacherαλλά και o John Holmes θα χαμογελάσουν ηδονικά – για διαφορετικούς λόγους ο καθένας. Είναι αλήθεια πως η όσφρηση είναι πολύ παράξενη αίσθηση: από την μία αν σε ρωτούσαν πόσο απαραίτητη είναι η όσφρηση για τη ζωή σου θα δεχόσουν να τη χάσεις αντί της όρασής σου.

Από την άλλη είναι ικανή να ανασύρει από μέσα σου μνήμες με ένταση κανονικότατου flash-back: το μόνο που του λείπει είναι να πάρει να ροζίζει στις άκρες του το οπτικό σου πεδίο με μουσική υπόκρουση κάποιον γλυκανάλατο να βαράει «κουρτίνα» από καμπανάκια.

Η μυρωδιά επίσης είναι δύσκολο να ξεχαστεί. Μπορεί να ξεχάσεις τι σου θυμίζει μια συγκεκριμένη οσμή αλλά σπανίως ξεχνάς την ίδια. Υπάρχουν όμως ορισμένες μυρωδιές που αν και τις θυμάσαι, αν και δεν ξεχνάς ποιες είναι, δεν γνωρίζεις σχεδόν τίποτα για αυτές. Μη βάζεις σε DVD «Το άρωμα«, ρίξε μια ματιά παρακάτω για τρεις τέτοιες μυρωδιές!

Η μυρωδιά των παλιών βιβλίων

Την προηγούμενη βδομάδα καταπιαστήκαμε  με τους καφέ κύκλους που βλέπεις πάνω στις σελίδες των βιβλίων και κάπως έτσι σου αποκαλύφθηκε η… προσφιλέστερη μέθοδος ανάγνωσης του είδους Homo sapiens. Σήμερα δεν θα πιαστούμε από τους αναγνώστες ή τις σούφρες τους -κρίμα, το περίμεναν πως και πως- αλλά θα μείνουμε στα βιβλία αυτού καθεαυτού. Τα βρίσκεις βαρετά;

Όπως μπορεί να σε διαβεβαιώσει και ο Zampano κάθε άλλο παρά βαρετά είναι! Δεν σου γιομίζουν μόνο το κεφάλι με γνώσεις, ιστορίες ή στιχάκια, ούτε σε κάνουν απλά μουσάτο και «πολλά σκεφτικό» τυπά. Σε γιομίζουν με ένα ολόκληρο «sensorium» αισθήσεων. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε που δανείζονται οι βιβλιόφιλοι τις αργκό φράσεις τους: να, όπως όταν καθυστερείς να δώσεις το βιβλίο στον «επόμενο κατά σειρά» φίλο σου που σε ρωτάει με ύφος «φλαντζόκολλαέχουν τα χέρια σου;» ή όταν βγαίνεις από παλαιοβιβλιοπωλείο με εκείνο το «αιώνας και» παλιό βιβλίο καβατζωμένο στην τσάντα σου που όλο και κάποιος  ψιλιασμένος φιλαράκος θα σου πει με νόημα «ο,τι μυρίζει να γυρίζει!«. Χμ, γιατί όμως μυρίζουν τα παλιά βιβλία; Γιατί μυρίζουν γενικά τα βιβλία;

Η απάντηση εδώ είναι σύνθετη: διότι το χαρτί περιέχει διάφορα πτητικά αρωματικά «χημικά» αναλόγως από που προέρχεται. Ορισμένες φορές περιέχουν ανισόλη ή βανιλίνη (σκέψου βανίλια) ή ακόμα βενζαλδεϋδη που θυμίζει αμύγδαλο. Άλλες φορές περιέχει τερπένια ή αλκοόλες που του δίνουν βαρύτερα αρώματα σαν των μανιταριών. Ένα τέτοιο μείγμα αν και περιέχει σχετικά «απλές» ουσίες (από μοριακής απόψεως) μπορεί να δώσει πολύ σύνθετες οσμές… Φαντάσου πως για να τα ξέρουμε τα παραπάνω κάποια αρρωστάκια κάθησαν και μελέτησαν για ποιο λόγο το βιβλία μυρίζουν έτσι.

Cocktail party facts: Αν και προς το παρόν δεν υπάρχει «άρωμα βιβλίου σε μορφή αεροζόλ«, κάτι τέτοιο ίσως να μπορούσε να γίνει για να μπορείς να το ψεκάσεις στο «νέτμπουκ» σου ή στα iΚάνωΠαπάδες σου. Το μυστικό θα βρισκόταν στην αναλογία των συστατικών ώστε να δίνουν κάθε φορά τα επιθυμητό άρωμα. Ποιος τις χρειάζεται πια τις βιβλιοθήκες; Μαζικό κάψιμό τους να μυρίσει ο τόπος βιβλίο!

Η οσμή του υγρού χώματος

 

Σαν γνήσιο παιδί της πόλης που έχει στερηθεί το χώμα -αν και το κουβαλάς μέσα σου από χωριό μεριά- ενθουσιάζεσαι με τη φύση. Μυρίζεις λουλουδάκια, χαζεύεις με μελωμένα μάτια ό,τι μπορείς να δεις από το ηλιοβασίλεμα μέσα από το διαμέρισμά σου και μετά τη βροχή ανοίγεις το παράθυρο να μπει μέσα αυτή η εξαίσια μυρωδιά «βρεγμένου χώματος»/»βροχής». Δεν είναι λίγες οι φορές που σε ταξίδεψε στα μικράτα σου: σου θυμίζει πώς μύριζε το χώμα όταν σας έπιασε η βροχή εσένα  και το γειτονάκι σου στον κάμπο, να σου δείχνει πως ξεριζώνουν το γογγύλι, σου θυμίζει εκείνη τη φάση που σε έπιασε η ανοιξιάτικη βροχή με το φτυάρι στο χέρι να βοηθάς μια κολλητή σου να «κάνει μια νέα αρχή» απομακρύνοντας κάθε ίχνος του πρώην της από τη ζωή -και το χαλί- της. Θυμάσαι επίσης ξεκάθαρα πως και στις δύο περιπτώσεις μετά χρειάστηκες τσιγάρο.

Το κύριο συστατικό του εδάφους στο οποίο οφείλεται αυτή η μυρωδιά είναι η «γεωσμίνη» (βλέπε: «γεοσμίνη») που από το όνομα και μόνο σου λέει ένα πράμα: πως οι χημικοί δεν έχουν καθόλου φαντασία ορισμένες φορές. Αυτή η χημική ένωση είναι μια «δεκαλίνη» η οποία παράγεται στο έδαφος από μικροοργανισμούς σαν τα κυανοβακτήρια και τα ακτινοβακτήρια. Πλούσια πηγή γεωσμίνης είναι επίσης και το παντζάρι (μύρισέ το). Το ιδιαίτερο είναι πως αυτή η ουσία δεν έχει πάντα «ευχάριστη» οσμή:  η παρουσία της στα κρασία είναι συνήθως ανεπιθύμητη διότι βγάζει προς λάσπη (surprise!). Πιο «παράξενο» όμως είναι πως η παρουσία της γεωσμίνης στο νερό αποτελεί κριτήριο «ποιότητάς» του, όσο πιο λίγη τόσο καλύτερη η ποιότητα. Πότε ανεβαίνουν τα επίπεδα της γεωσμίνης στο νερό; Όταν πεθαίνουν τα βακτηρίδια μαζικά και απελευθερώνουν μεγαλύτερες ποσότητες γεωσμίνης.

Cocktail party fucked: προσφέρσου στο party να φτιάχνεις τα cocktail και επίμενε να χρησιμοποιείς το «μαγικό νερό» της… βρύσης σε κάθε σου σύνθεση! Το οποίο συνέλεξες αφότου έριξες τεράστιες ποσότητες μιγμάτων πανίσχυρων αντιβιοτικών στον υδροφόρο ορίζοντα.

H μυρωδιά των ψαριών

 

Ένα από τα πρώτα πράγματα που σου μαθαίνουν με το που πρωτομπαίνεις στο εργαστήριο είναι πως ποτέ δεν δοκιμάζουμε τίποτα εκεί μέσα με τη γλώσσα (ναι, ούτε και 99.9% καθαρή ζάχαρη της Sigma Aldrich!) και πως ποτέ δεν μυρίζουμε κάποιο αντιδραστήριο. Αν σώνει και καλάπρέπει να το μυρίσουμε για να διαπιστώσουμε τι είναι, ποτέ δεν το κάνουμε κατευθείαν από το μπουκάλι του αλλά πάντα χρησιμοποιούμε το χέρι μας για να μυρίσουμε τους ατμούς του: αυτό θα σε σώσει από το να πισωπατήσεις λόγω μπόχας κάποιου αντιδραστηρίου, βρίσκοντας με την πλάτη σου το κάνιστρο με το υγρό άζωτο που όλως τυχαίως κάποιος άφησε ανοιχτό ή να ουρλιάξεις από πόνο αφήνοντας το μπουκάλι να πέσει στο πάτωμα και τα περιεχόμενά του να καταβρέξουν τους πάντες, όταν μυρίσεις εκείνο το ατμίζον πυκνό οξύ.

Κάτι που κανείς δεν θα σου μάθει αλλά θα το ανακαλύψεις μόνος σου είναι πως οι αντιδράσεις στις μυρωδιές του εργαστηρίου μπορούν να αποκαλύψουν πολλά για τον συνεργάτη σου. Μείνε μακριά -και προς Θεού ποτέ μην πας σπίτι του για τραπέζι- από τον συνάδελφο που μειδιάζει όταν ανοίγεις το μπουκαλάκι με την ινδόλη/σκατόλη – θα γνωρίζεις πλέον πως δεν είναι τυχαίο που χορεύει πάντα όταν στο κλαμπ τα ηχεία βαράνε το «Brown Sugar«. Όποιος συνάδελφος χαμογελάει με τη μυρωδιά ενώσεων του θείου, σίγουρα είχε πολύ ενδιαφέροντα σχολικά χρόνια και μπόλικες αποβολές στο ενεργητικό του.

Τέλος, όταν κάποια συνάδελφός σου χαζογελάσει με το που ανοίξεις το μπουκαλάκι της διμεθυλαμίνης (ή άλλων παρόμοιων αμινών) γνωρίζεις πολύ καλά πως έχεις να κάνεις δύο πράγματα: α) να ενημερώσεις τον συνάδελφο που τη γουστάρει πως δεν έφταιγε αυτός που ήταν ανεπαρκής στο ένα και μοναδικό τους ραντεβού αλλά η προτίμησή της για «μύδι και όχι mannwurst» και β) να της πεις εμπιστευτικά με ένα ενθαρρυντικό χτύπημα στην πλάτη πως μια δόση Flagyl των 2 γραμμαρίων ίσως λύσει το πρόβλημα της… φίλης της. Ρωτάς γιατί; Διότι αυτές οι αμίνες έχουν μυρωδιά που θα μπορούσε να περιγραφεί από άτομα οποιασδήποτε κουλτούρας ώς «ψαρίλα» ή ακριβέστερα ως μυρωδιά νεκρού ψαριού.

Τα ψάρια μυρίζουν όπως μυρίζουν διότι μετά τον θεσπέσιο θάνατό τους δημιουργούνται μέσα τους τέτοιου είδους αμίνες, συγκεκριμένα είναι πλούσια σε τριμεθυλαμίνη και το οξείδιό της. Ουσιαστικά το φρέσκο ψάρι έχει ελάχιστα εώς καθόλου αυτή τη μυρωδιά. Αυτές οι ουσίες είναι αρκετά πτητικές με αποτέλεσμα να φτάνουν στη μύτη σου εύκολα και εκτός αυτού έχουμε αναπτύξει τρομερή ευαισθησία ως είδος και «αποστροφή» για αυτές διότι κάτι τέτοιο είναι μια πολύ καλή εξελικτική στρατηγική: να αποφεύγεις τη «σάπια» ζωϊκή τροφή που θα σε δηλητηριάσει.

Παρόμοιες ουσίες είναι οι πτωμαΐνες (μάντεψε σαν τι μυρίζουν) που εμφανίζονται κατά την αποσύνθεση των ζώων. Στα παραπάνω βρίσκεται και το κόλπο για να αφαιρέσεις την μυρωδιά του ψαριού (ξύδι, ανεπρόκοπε!), όπως επίσης και η απάντηση στο γιατί το ψάρι σερβίρεται με λεμόνι: οι αμίνες είναι βασικές ως ενώσεις, οπότε όταν έρχονται σε επαφή με ένα οξύ «εξουδετερώνονται» στα αντίστοιχα άλατά τους. Τα άλατα έχουν δύο χαρακτηριστικά που σε ενδιαφέρουν: είναι λιγότερο πτητικά (άρα δεν φτάνουν εύκολα στη μύτη σου) από τις «μητρικές» αμίνες και είναι πιο ευδιάλυτα στο νερό με αποτέλεσμα να μπορούν να ξεπλυθούν πιο εύκολα.

Cocktail Party Facts: Υπάρχει μια -σχετικά- σπάνια γενετική πάθηση, η οποία ονομάζεται  τριμεθυλαμινουρία και όποιοι πάσχουν από αυτή μυρίζουν μόνιμα ψαρίλα! Ο λόγος για αυτό είναι πως ένα ένζυμο τους δεν δουλεύει καλά, με αποτέλεσμα να συσσωρεύεται μέσα τους η τριμεθυλαμίνη και να εκκρίνεται στην ανάσα τους, τον ιδρώτα τους, το σάλιο τους και από κάθε καταραμένο πόρο του δέρματος τους. Παρόμοια οσμή μπορούν να αναπτύξουν και άτομα που καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες κρεατίνης ή χολίνης – τέτοιες αμίνες επίσης συνθέτουν μέρος της οσμής του υπέροχου μπουκέτου της χαλίτωσης.

Πηγή: o-klooun.com

Check Also

Ποιες ξένες γλώσσες μιλούν σε άλλες χώρες;

«Η γλώσσα είναι πολλές φορές ένα αναπόδραστο κατάλοιπο από της αποικιοκρατίας και της αυτοκρατορίας. Η ...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *