Στο καπηλειό της φτώχειας…

To 1928 ο Τζορτζ Όργουελ μετακόμισε στο Παρίσι. Τη άνοιξη του 1929 του έκλεψαν ό,τι χρήματα είχε. Λιμοκτονούσε. Εργάστηκε ως λαντζέρης- καλύτερα: σκλάβος- σε εστιατόριο. Πιο πριν, περιφερόταν ως άστεγος στο Λονδίνο. Κατέγραψε τις περιπέτειες του. Πρόκειται για τη «ζωντανή εικόνα ενός φανερά τρελού κόσμου». Ο Τζορτζ Όργουελ φοίτησε στο κολέγιο του Ητον με βασιλική υποτροφία, δεν μπόρεσε όμως να συνεχίσει τις σπουδές του λόγω έλλειψης χρημάτων. Έζησε τη φτώχεια και αυτό διαμόρφωσε την πολιτική του συνείδηση. Έγραφε απλά, χωρίς άπαξ λέξεις και δυσνόητες μεταφορές: ήθελε να μπορούν να τον διαβάζουν όσοι δεν είχαν καλοπληρωμένη μόρφωση. Όσοι σταματούσαν το σχολείο στα δεκατέσσερα. Το βιβλίο του Οι άθλιοι του Παρισιού και του Λονδίνου απορρίφθηκε πλειστάκις μέχρι τελικά να δημοσιευτεί, το 1933. Η επιτυχία ήρθε όταν ο εκδοτικός οίκος Ρenguin, το 1940, εξέδωσε 55.000 αντίτυπα στην τιμή των 6 πενών το ένα. Ο Όργουελ έγραψε για τον κόσμο των απόκληρων, όπως τον έζησε ο ίδιος. Χωρίς υστερία ή προκατάληψη, με ψυχρή λογική που τσακίζει κόκαλα. «Η φτώχεια λυτρώνει από τα κοινώς αποδεκτά πρότυπα της συμπεριφοράς, όπως ακριβώς το χρήμα λυτρώνει τον άνθρωπο από την εργασία», παρατηρεί.

London_Poor1

Όντας «καταραμένος», άπορος και άστεγος ο ίδιος, ξορκίζει συνειδητά τους δαίμονες της ύστατης ανέχειας, καταγράφοντας, μεταξύ άλλων, πτώσεις της ύπαρξης, άθλους της καθημερινότητας και επιτεύγματα της ανθρώπινης αντοχής.

london_poor4
Ο τρόπος που παρακολουθεί τον εαυτό του την ώρα που λιμοκτονεί δεν αφήνει περιθώρια για καλολογίες: «Ανακαλύπτεις ότι ένας άνθρωπος που έχει ζήσει έστω και μια βδομάδα με ψωμί και μαργαρίνη δεν είναι πια άνθρωπος, παρά μια κοιλιά με μερικά βοηθητικά όργανα». Και αλλού: «Η πείνα σε υποβιβάζει σε μια απόλυτα υποτακτική, ανεγκέφαλη κατάσταση, που θυμίζει πολύ τα συμπτώματα της γρίπης. Είναι λες και έχεις μεταμορφωθεί σε μέδουσα ή λες και έχουν αντλήσει το αίμα σου και το έχουν αντικαταστήσει με χλιαρό νερό». Εξευτελιστική βρωμιά παντού, κουρέλια, παραλυτικό κρύο. Κοριοί που πέφτουν στο γάλα. Η φρικτή εμπειρία του κρατικού γαλλικού ενεχυροδανειστηρίου. Οι πανάθλιες πανσιόν του Λονδίνου. Η σκλαβιά των λαντζέρηδων στα γαλλικά εστιατόρια. Οι φιλόπτωχοι που προσφέρουν τσάι και ψωμάκια με αντάλλαγμα την προσευχή. Ο φόβος των «κανονικών» για τους «αλήτες». Το κρύο μάτι του Όργουελ διακρίνει τον κοινωνικό γκρεμό: «Ο φόβος του όχλου πηγάζει από τη δεισιδαιμονία. Βασίζεται στην ιδέα ότι υπάρχει κάποια μυστήρια, θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στους πλούσιους και τους φτωχούς, λες και είναι δυο διαφορετικές ράτσες, όπως οι νέγροι και οι λευκοί. (…) Εδώ παπάς, εκεί παπάς, πού είναι η δικαιοσύνη, ποιος είναι ο κλέφτης;».

poor_london5

Σύμφωνα με τον Όργουελ , ο ζητιάνος είναι και αυτός ένας επιχειρηματίας που βγάζει το ψωμί του, όπως και οι υπόλοιποι επιχειρηματίες. Έχει διαπράξει όμως ένα σοβαρότατο λάθος: διάλεξε ένα επάγγελμα που δεν μπορεί να τον κάνει πλούσιο. Η πείνα μηδενίζει το μέλλον. Το μυαλό του πεινασμένου είναι κολλημένο στη στιγμή. Οποιος λιμοκτονεί είναι νωθρός, βυθίζεται στην απραξία. Ο Όργουελ συγχρωτίζεται στο Παρίσι με τον Μπορίς, έναν πάλαι ποτέ Ρώσο στρατιώτη, ο οποίος χρημάτισε σερβιτόρος, τσάκισε το πόδι του, ονειρεύεται όμως να επιστρέψει στις παλιές του δόξες. Στο Λονδίνο κυκλοφορεί με τον Πάντυ, άστεγο που ειδικεύεται στο να μαζεύει γόπες από τους δρόμους. Γνωρίζει τον Μπόζο, με το παραμορφωμένο πόδι, ένα ζωγράφο των πεζοδρομίων. Ο Μπόζο του αποδεικνύει ότι η φτώχεια δεν συνεπάγεται και νοητική στασιμότητα. Ο ίδιος έχει καταφέρει να κρατήσει το μυαλό του δραστήριο. Το ενδιαφέρον του για την αστρονομία τον φέρνει σε επαφή με τον Βασιλικό Αστρονόμο. «Τα αστέρια είναι δωρεάν παράσταση», δηλώνει ο Μπόζο. «Δεν κοστίζει τίποτε να χρησιμοποιείς τα μάτια σου». Ο Όργουελ  σημειώνει την αυστηρή διαχωριστική γραμμή που χωρίζει αυτούς που απλώς ζητιανεύουν από όσους επιχειρούν να δώσουν κάτι για τα χρήματα που παίρνουν. Μιλά για τους πειθήνιους ζητιάνους. Οι αστοί τούς φοβούνται, αλλά οι άστεγοι «αλήτες» δεν μπορούν να είναι επιθετικοί. Όποιος έχει λίγη εξουσία πάνω τους τούς κάνει ό,τι θέλει.
Εν τέλει, μια έκθεση πεπραγμένων που σπάει κόκαλα είναι αυτό το πρωτόλειο του πολύτροπου, πολύπλαγκτου George Orwell. Κυκλοφόρησε το 1933 και διατηρεί αμείωτη τόσο τη λάμψη μιας θερμής διακήρυξης ανθρωπισμού, όσο και την ανυπόκριτη θλίψη ενός αυθεντικού, πρωτογενούς επικήδειου. Διαχρονικά επίκαιρο το μυθιστόρημα αυτό, δείχνει με τον τρόπο του όλες τις πυκνοκατοικημένες περιοχές του χάρτη της παγκοσμιοποιημένης δυστυχίας. Τα πάθη, όπως βιώνονται στις παραγκουπόλεις, στις φαβέλες και στα ζοφερά χωριά-παραπήγματα, τα οποία διαιωνίζουν σήμερα την αισχύνη της πενίας, κατάγονται δηλαδή απευθείας από τα προαναφερόμενα δεινά των Αθλίων του Παρισιού και του Λονδίνου. Μετά τον Κάρολο Ντίκενς, ο οποίος κυριολεκτικά ζωγράφισε τον κόσμο του Αποτρόπαιου κοσμοειδώλου, ο George Orwell θα πρέπει να θεωρηθεί ο εντιμότερος χρονικογράφος της Αναπηρίας του πολιτισμού. Του πολιτισμού εκείνου, ο οποίος, ενώ ανενδοίαστα υποσχέθηκε την άμεση ανάκτηση του απολεσθέντος Παραδείσου, παρέδωσε στους φορείς του στάχτες οραμάτων και ψίχουλα μουχλιασμένων ψωμιών.

Διαβάστε επίσης: Ο Τζωρτζ Όργουελ, το 1984 και ο 21ος αιώνας

Πηγή: apenantioxthi.blogspot.gr

Check Also

Ποιες ξένες γλώσσες μιλούν σε άλλες χώρες;

«Η γλώσσα είναι πολλές φορές ένα αναπόδραστο κατάλοιπο από της αποικιοκρατίας και της αυτοκρατορίας. Η ...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *